Γράφει ο Γιώργος Χ
Όταν οι αριθμοί προαναγγέλλουν τον πόλεμο...
Οικονομική σύγκριση πριν τους δύο (2) Παγκόσμιους Πολέμους και σήμερα:
Οι μεγάλοι πόλεμοι του 20ού αιώνα δεν προέκυψαν αιφνιδιαστικά.
Προηγήθηκε μια σαφής οικονομική προετοιμασία, κατά την οποία οι εξοπλισμοί, η βαριά βιομηχανία και η κρατική χρηματοδότηση μετατράπηκαν σε κεντρικούς πυλώνες της οικονομικής δραστηριότητας.
Η σημερινή διεθνής οικονομική εικόνα παρουσιάζει ανησυχητικές ομοιότητες με τις περιόδους που προηγήθηκαν του Α΄ και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την περίοδο 1905–1913, οι στρατιωτικές δαπάνες των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων αυξήθηκαν κατά περίπου 50% σε πραγματικούς όρους.
Η ναυτική κούρσα μεταξύ Βρετανίας και Γερμανίας οδήγησε σε μαζικές επενδύσεις στη βαριά βιομηχανία, στα ναυπηγεία και στην παραγωγή χάλυβα.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν ήταν μόνο το ποσοστό του ΑΕΠ, που κυμαινόταν στο 4–5%, αλλά η κατεύθυνση της οικονομίας: ολοένα μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής συνδεόταν άμεσα με στρατιωτικές ανάγκες.
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, τα εργοστάσια ήταν ήδη έτοιμα και το οικονομικό κόστος θεωρήθηκε διαχειρίσιμο.
Στην προπολεμική περίοδο πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το οικονομικό σήμα ήταν ακόμη πιο έντονο. Από το 1933 έως το 1938, η Γερμανία υπερδιπλασίασε τις στρατιωτικές της δαπάνες, φτάνοντας σε επίπεδα άνω του 20% του ΑΕΠ.
Η ανεργία μειώθηκε όχι μέσω κοινωνικής πολιτικής, αλλά μέσω στρατιωτικής παραγωγής.
Παράλληλα, και οι δημοκρατίες της Δύσης, ιδίως η Βρετανία και η Γαλλία, αύξαναν σταθερά τις αμυντικές τους δαπάνες, αναγνωρίζοντας ότι η ειρήνη είχε ήδη γίνει εύθραυστη.
Ο πόλεμος δεν αποτέλεσε ρήξη με την οικονομική κανονικότητα, αλλά τη συνέχειά της με άλλα μέσα.
Σήμερα παρατηρούμε ένα ανάλογο φαινόμενο σε παγκόσμια κλίμακα. με τη Ρωσία και την Κίνα από τη μια μεριά και από την άλλη τις Δυτικές δυνάμεις.
Οι συνολικές στρατιωτικές δαπάνες ξεπερνούν τα 2,4 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, ενώ οι πωλήσεις των μεγαλύτερων πολεμικών βιομηχανιών αυξάνονται με σταθερό ρυθμό, ακόμη και χωρίς επίσημο παγκόσμιο πόλεμο.
Η Ευρώπη επανεξοπλίζεται με ρυθμούς που είχαν να εμφανιστούν από τη δεκαετία του 1930, η Γερμανία εγκαταλείπει δεκαετίες στρατιωτικής αυτοσυγκράτησης και οι Ηνωμένες Πολιτείες μετατρέπουν την Ουκρανία σε κεντρικό άξονα μακροχρόνιας στρατιωτικής παραγωγής.
Η κρίσιμη ομοιότητα με το παρελθόν δεν βρίσκεται μόνο στους αριθμούς, αλλά στη λειτουργία της οικονομίας. Όπως και πριν από τους δύο (2) Παγκόσμιους Πολέμους, μεγάλα τμήματα της βιομηχανικής παραγωγής και της απασχόλησης εξαρτώνται πλέον από τη διατήρηση υψηλών αμυντικών δαπανών.
Η διαφορά είναι ότι σήμερα αυτό συμβαίνει ταυτόχρονα σε πολλές μεγάλες οικονομίες και όχι σε μία ή δύο αναθεωρητικές δυνάμεις.
Ιστορικά, όταν η πολεμική παραγωγή γίνεται βασικός μοχλός ανάπτυξης, η πιθανότητα γενικευμένης σύγκρουσης αυξάνεται δραματικά. Όχι επειδή τα κράτη «θέλουν» απαραίτητα πόλεμο, αλλά επειδή το οικονομικό σύστημα προσαρμόζεται σε αυτόν. Η μετάβαση αυτή έχει ήδη συντελεστεί.
Αν συγκρίνουμε τις τρεις (3) περιόδους, διαπιστώνουμε ότι το κοινό στοιχείο ΔΕΝ είναι το ύψος των δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά η κατεύθυνση και η διάρκεια.
Πριν το 1914 και το 1939, οι εξοπλισμοί αυξάνονταν για χρόνια χωρίς επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει σήμερα.
Η οικονομία δεν προετοιμάζεται για ειρήνη, αλλά για παρατεταμένη αντιπαράθεση.
Οι εξοπλισμοί αυξάνονται, οι βιομηχανικές γραμμές λειτουργούν σε μόνιμη βάση και τα κράτη αναπροσανατολίζουν τις δημοσιονομικές τους προτεραιότητες προς την άμυνα.
Η Ιστορία δείχνει ότι όταν η οικονομία προσαρμόζεται στον πόλεμο πριν ξεκινήσει ο πόλεμος, τότε ο πόλεμος δεν αργεί να έρθει.
Αυτό δεν αποτελεί προφητεία, αλλά ιστορική κανονικότητα.
Και οι σημερινοί αριθμοί, όσο κι αν επιχειρείται να παρουσιαστούν ως διαχειρίσιμοι, δείχνουν ότι βρισκόμαστε ήδη στο προθάλαμο μιας ευρύτερης σύγκρουσης.
Όπως και στις προπολεμικές περιόδους του 1914 και του 1939, η οικονομική λογική προηγείται της πολιτικής απόφασης.
Ή ΜΗΠΩΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΗΔΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΌΠΩΣ ΕΠΙΜΕΝΩ ΕΔΩ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑ ΠΛΕΟΝ?
Όταν μεγάλα τμήματα της παγκόσμιας οικονομίας εξαρτώνται από τη στρατιωτική παραγωγή, ο πόλεμος παύει να είναι καταστροφή και μετατρέπεται σε μηχανισμό σταθερότητας για το σύστημα. Αυτή ακριβώς η μετάβαση αποτελεί το πιο αξιόπιστο ιστορικό σημάδι ότι ο κόσμος κινείται ξανά προς μια γενικευμένη σύγκρουση.
Η Ιστορία δείχνει ότι όταν οι αριθμοί αρχίζουν να μοιάζουν, αργά ή γρήγορα μοιάζουν και τα γεγονότα.
Και σήμερα, οι αριθμοί μιλούν με τρόπο ΞΕΚΑΘΑΡΟ.
Σύμφωνα με στοιχεία του SIPRI (Stockholm International Peace Research Institute), οι πωλήσεις των 100 μεγαλύτερων πολεμικών βιομηχανιών στον κόσμο ανήλθαν το 2024 στα 679 δισ. δολάρια.
ΔΗΛΑΔΗ ΑΥΞΗΣΗ 5,9%.
Σύμφωνα με τους αναλυτές του SIPRI, η άνοδος αυτή οφείλεται κυρίως στον πόλεμο της Ουκρανίας και της Γάζας.
Από τις 100 μεγαλύτερες πολεμικές βιομηχανίες του κόσμου, οι 39 είναι αμερικανικές.
Οι 30 από αυτές εμφάνισαν αυξημένες πωλήσεις, συνολικού ύψους 334 δισ. δολαρίων.
ΑΥΞΗΣΗ 3,8%.
Όμως η εντυπωσιακή άνοδος καταγράφεται στην Ευρώπη.
Από τις 26 ευρωπαϊκές βιομηχανίες (πλην Ρωσίας), οι 23 είχαν συνολικές πωλήσεις 151 δισ. δολαρίων.
ΑΥΞΗΣΗ 13%..
Τέσσερις (4) γερμανικές εταιρείες (Rheinmetall, Thyssenkrupp, Hensoldt, Diehl Defence) κατέγραψαν πωλήσεις 14,9 δισ. δολαρίων.
ΑΥΞΗΣΗ 36%.
Η ουκρανική πολεμική βιομηχανία κατέγραψε πωλήσεις 3 δισ. δολαρίων, με ΑΥΞΗΣΗ 41%.
Τέλος, η τσέχικη Czechoslovak Group εμφάνισε πωλήσεις 3,6 δισ. δολαρίων, με ΑΥΞΗΣΗ 193%.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου