Γράφει ο Γιώργος Χ
Σε έναν παγκόσμιο πόλεμο, η ψυχολογική διάσταση θα είναι εξίσου αποφασιστική με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η Ρωσία και η Κίνα, δύο χώρες με μακρά παράδοση στις επιχειρήσεις αντιληπτικής διαχείρισης, πληροφοριακής χειραγώγησης και στρατηγικής παραπλάνησης, θα επενδύσουν σε εκτεταμένες μορφές ψυχολογικού πολέμου που θα στοχεύουν κυβερνήσεις, κοινωνίες, στρατιωτικό προσωπικό αλλά και άτομα. Στην πραγματικότητα, η σύγκρουση του 21ου αιώνα δεν διεξάγεται μόνο στα πεδία μάχης, αλλά και στο νου όσων συμμετέχουν, παρακολουθούν ή επηρεάζονται από αυτήν.
Η Ρωσία έχει ήδη αναπτύξει ένα εξελιγμένο δόγμα πληροφοριακού πολέμου με στόχο την αποσταθεροποίηση αντιπάλων κοινωνιών μέσω αμφισβήτησης θεσμών, καλλιέργειας καχυποψίας και διάχυσης σύγχυσης ως όπλου. Σε μια κατάσταση παγκόσμιου πολέμου, αυτές οι τεχνικές θα ενταθούν.
Η Μόσχα θα επιδιώξει να ενισχύσει την αίσθηση ανασφάλειας και υπαρξιακού φόβου, διακινώντας παραπληροφόρηση σχετικά με απώλειες, καταστροφές ή επικείμενες επιθέσεις. Ένα από τα βασικά της εργαλεία θα είναι η εκμετάλλευση εσωτερικών κοινωνικών ρηγμάτων: πολιτικών αντιπαλοτήτων, φυλετικών εντάσεων, οικονομικών ανισοτήτων και θεσμικής δυσπιστίας. Στόχος θα είναι η διάσπαση της κοινωνικής συνοχής, η υπονόμευση της εμπιστοσύνης στους ηγέτες και η ενίσχυση της αίσθησης ότι η ήττα είναι αναπόφευκτη.
Παράλληλα, η Κίνα θα κινηθεί σε ένα διαφορετικό, αλλά εξίσου επικίνδυνο επίπεδο. Το κινεζικό δόγμα "Three Warfares" — ψυχολογικός πόλεμος, πόλεμος δημοσίων σχέσεων και νομικός πόλεμος — συνθέτει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση χειραγώγησης της πραγματικότητας σε διεθνές και εγχώριο επίπεδο. Σε έναν παγκόσμιο πόλεμο, το Πεκίνο θα στοχεύσει στη δημιουργία μιας εικόνας αναπόφευκτης κινεζικής υπεροχής, ενισχύοντας συνεχώς την ιδέα ότι η αντίσταση είναι μάταιη. Θα επενδύσει σε ελεγχόμενη πληροφόρηση, στην κατασκευή εναλλακτικών αφηγημάτων και στην κατεύθυνση μηνυμάτων που εμφανίζουν την Κίνα ως προοδευτική δύναμη σε αντιδιαστολή με μια «χαοτική» Δύση. Η στρατηγική της θα επικεντρωθεί επίσης στον έλεγχο κρίσιμων πλατφορμών επικοινωνίας, στην επιρροή οικονομικών κύκλων και στην αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης για τη δημιουργία στοχευμένου, εξατομικευμένου ψυχολογικού πλήγματος.
Οι δύο χώρες ενδέχεται να συνεργαστούν στην ανάπτυξη διασυνδεδεμένων δικτύων παραπληροφόρησης, που θα δρουν με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι οι κλασικοί μηχανισμοί προστασίας μιας δημοκρατικής κοινωνίας μπορούν να διαχειριστούν. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα fake news δεν θα εμφανίζονται ως απλές ψεύτικες πληροφορίες, αλλά ως καλοστημένα αφηγήματα που θα μοιάζουν πειστικά, θα επαναλαμβάνονται συνεχώς και θα «κατακλύζουν» τον πολίτη μέχρι να μην ξεχωρίζει πλέον την πραγματικότητα από την κατασκευή.
Η ψυχολογική άμυνα απέναντι σε τέτοιες επιχειρήσεις δεν είναι απλή, αλλά είναι εφικτή και μπορεί να ενισχυθεί συστηματικά.
Η πρώτη γραμμή άμυνας είναι η ατομική ψυχραιμία και η ικανότητα ελέγχου των συναισθηματικών αντιδράσεων. Οι ψυχολογικές επιχειρήσεις βασίζονται κυρίως στο σοκ, τον φόβο και την αίσθηση απώλειας ελέγχου. Ο πολίτης που καταφέρνει να παραμένει ψύχραιμος, να κρατά απόσταση από τα υπερβολικά μηνύματα και να διατηρεί λογική σκέψη, μειώνει τη δύναμη των επιθέσεων αυτών.
Η δεύτερη γραμμή άμυνας είναι η συλλογική συνοχή. Οι κοινωνίες που έχουν ισχυρούς δεσμούς, αμοιβαία εμπιστοσύνη και ενιαία αφήγηση αντιμετωπίζουν πολύ πιο αποτελεσματικά τις πληροφοριακές απειλές. Όσο περισσότερο ενωμένη είναι μια κοινωνία, τόσο δυσκολότερο είναι για ξένες δυνάμεις να σπείρουν διχασμό. Η προώθηση κοινών αξιών, η ενίσχυση των θεσμών, η καλλιέργεια ενσυναίσθησης και η εθνική αυτοπεποίθηση λειτουργούν σαν ασπίδα απέναντι σε ψυχολογικές επιθέσεις.
Ένα άλλο ουσιαστικό επίπεδο προστασίας αφορά την καλλιέργεια κριτικής σκέψης. Ο πολίτης που μπορεί να εντοπίζει ασυνέπειες, να αναγνωρίζει υπερβολές και να ελέγχει την πηγή μιας πληροφορίας είναι πολύ δυσκολότερο να πέσει θύμα χειραγώγησης. Η εκπαίδευση στην ψηφιακή παιδεία, η ικανότητα αναγνώρισης τεχνικών προπαγάνδας και η ορθή χρήση τεχνολογικών εργαλείων είναι απαραίτητα στοιχεία άμυνας. Η ψυχολογική αντίσταση, εν τέλει, δεν είναι μόνο θέμα δύναμης χαρακτήρα, αλλά ζήτημα γνώσης.
Σε ένα παγκόσμιο πόλεμο, η Δύση και οι δημοκρατικές κοινωνίες οφείλουν να προετοιμαστούν όχι μόνο στρατιωτικά αλλά και ψυχολογικά. Ρωσία και Κίνα θα επιδιώξουν να κάμψουν το ηθικό, να διαβρώσουν την εμπιστοσύνη και να υπονομεύσουν τη συνοχή του αντιπάλου. Η απάντηση πρέπει να εστιάζει σε ψυχραιμία, συνοχή, κριτική σκέψη και διατήρηση εθνικής αυτογνωσίας. Η ψυχολογική ισχύς μιας κοινωνίας μπορεί συχνά να αποδειχθεί πιο αποτελεσματική από οποιαδήποτε στρατιωτική τεχνολογία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου