Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Φρεγάτα Belharra: Η νέα ψηφιακή δύναμη του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού

 


Γράφει ο Γιώργος Χ

Η φρεγάτα Belharra, γνωστή και ως FDI (Frégate de Défense et d’Intervention), αποτελεί το νέο στολίδι του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, φέρνοντας την Ελλάδα στην αιχμή της ναυτικής τεχνολογίας. Πρόκειται για μια ψηφιακή φρεγάτα πολλαπλών ρόλων, σχεδιασμένη από τη γαλλική Naval Group, ικανή να εκτελεί αποστολές αεράμυνας, ανθυποβρυχιακού πολέμου, αντιπλοϊκού αγώνα και υποστήριξης ειδικών επιχειρήσεων.

Η Belharra συνδυάζει μικρό αποτύπωμα ραντάρ, ισχυρό οπλισμό και ολοκληρωμένα συστήματα μάχης, καθιστώντας την όχι μόνο ικανή να υπερασπιστεί τον εαυτό της, αλλά και να λειτουργήσει ως κέντρο ελέγχου για ευρύτερες θαλάσσιες επιχειρήσεις.


Ιστορικό και Ανάπτυξη


Η Belharra αναπτύχθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 2010, αρχικά υπό την ονομασία FTI, και σύντομα εξελίχθηκε σε FDI/Belharra, για να καλύψει τις ανάγκες της Γαλλικής Ναυτικής Δύναμης και διεθνείς παραγγελίες. Η Ελλάδα υπέγραψε τη συμφωνία το 2021, με τις τρεις πρώτες φρεγάτες να παραδίδονται μεταξύ 2025 και 2026 με ονόματα: Κίμων, Νέαρχος και Φορμίων. Η Κίμων έγινε η πρώτη Belharra στον ελληνικό στόλο το 2026, σηματοδοτώντας την πρώτη νέα φρεγάτα μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες.

Η επιλογή της Belharra αντικατοπτρίζει την ελληνική στρατηγική για ποιοτική υπεροχή και αποτρεπτική ισχύ στην Ανατολική Μεσόγειο, ενισχύοντας την ικανότητα του στόλου σε περιβάλλον υψηλής έντασης.


Σχεδίαση και Τεχνικά Χαρακτηριστικά

Η φρεγάτα έχει μήκος περίπου 122 μέτρα και εκτόπισμα 4.500 τόνους, με κινητήρες CODAD (COmbined Diesel And Diesel) που προσφέρουν ταχύτητα έως 27 κόμβους και αυτονομία 5.000 ναυτικών μιλίων. Η σχεδίαση εστιάζει στην μείωση του ραντάρ (stealth), στην ψηφιακή διαχείριση μάχης και στην ευελιξία για μελλοντικές αναβαθμίσεις.

Το πλοίο λειτουργεί ως κόμβος δικτυοκεντρικού πολέμου, με όλα τα όπλα και τα αισθητήρια να συνδέονται σε ένα ενιαίο ψηφιακό δίκτυο, μειώνοντας τον χρόνο αντίδρασης και βελτιώνοντας τη λήψη αποφάσεων σε πραγματικό χρόνο.

Οπλισμός και Αισθητήρες



Η Belharra φέρει ένα πλήρες οπλοστάσιο υψηλών δυνατοτήτων. Διαθέτει 32 κελιά κάθετων εκτοξευτών Sylver A50 για πυραύλους Aster 30 αεράμυνας περιοχής (μέχρι 120 -150 χιλιόμετρα), το πυραυλικό σύστημα RAM Block 2B για αεράμυνα μικρής εμβέλειας (10 - 15 χιλιομέτρων), MM40 Block 3C Exocet αντιπλοϊκούς πυραύλους και MU90 τορπίλες για ανθυποβρυχιακές επιχειρήσεις. Το κύριο πυροβόλο των 76 χιλιοστών παρέχει υποστήριξη πυρός κατά  στόχων αέρος και επιφανείας.

Επίσης θα εξοπλιστεί και με τον ελληνικό αντιdrone σύστημα Κένταυρος της ΕΑΒ.

Στο μέλλον, οι ελληνικές Belharra θα μπορούν να φέρουν και πυραύλους Scalp Naval ή/και ELSA για ενίσχυση των επιθετικών δυνατοτήτων τους.

Η αεράμυνα περιοχής αποτελεί τον κεντρικό ρόλο για τον οποίο σχεδιάστηκε η Belharra και το στοιχείο που τη μετατρέπει από απλή φρεγάτα συνοδείας σε πλοίο στρατηγικής σημασίας. Η φρεγάτα είναι εξοπλισμένη με το ραντάρ Sea Fire AESA, ένα τετραπλό, σταθερό ραντάρ ενεργής ηλεκτρονικής σάρωσης που παρέχει συνεχή κάλυψη 360 μοιρών χωρίς μηχανική περιστροφή. 

Το Sea Fire είναι ικανό να ανιχνεύει και να παρακολουθεί εκατοντάδες εναέριους στόχους ταυτόχρονα, από μαχητικά αεροσκάφη και UAV έως πυραύλους cruise χαμηλής πτήσης και απειλές υψηλής ταχύτητας.

Η πληροφορία που συλλέγεται από το ραντάρ διοχετεύεται στο σύστημα μάχης SETIS, όπου γίνεται σύντηξη δεδομένων και ιεράρχηση απειλών σε πραγματικό χρόνο. Η Belharra δεν αμύνεται μόνο για τον εαυτό της, αλλά μπορεί να παρέχει αεράμυνα σε ολόκληρη ναυτική δύναμη ή ακόμα και σε χερσαίους στόχους εντός ακτίνας κάλυψης. Σε ένα περιβάλλον επιθέσεων κορεσμού, η δυνατότητα ταυτόχρονης εμπλοκής πολλαπλών στόχων καθιστά τη φρεγάτα εξαιρετικά δύσκολο στόχο.

Ο κύριος φορέας της αεράμυνας περιοχής της Belharra είναι ο πύραυλος Aster 30, ο οποίος εκτοξεύεται από κάθετους εκτοξευτές Sylver A50. 


Ο Aster 30 είναι πύραυλος μεγάλου βεληνεκούς, σχεδιασμένος για την αντιμετώπιση αεροσκαφών, πυραύλων cruise και σύνθετων εναέριων απειλών. 


Συγκαταλέγεται στους πλέον εξελιγμένους πυραύλους επιφανείας‑αέρος παγκοσμίως με προοπτικές συνεχούς αναβάθμισης πράγμα εξαιρετικά σημαντικό με τον ρυθμό εξέλιξης των πυραυλικών (και όχι μόνο) απειλών.

Ο πύραυλος έχει μήκος περίπου 4,9 μέτρα και διάμετρο 180 χιλιοστά, με συνολικό βάρος κοντά στα 450 κιλά. Εκτοξεύεται κατακόρυφα από τους κάθετους εκτοξευτές Sylver A50 και ακολουθεί διαδικασία ψυχρής εκτόξευσης, κατά την οποία αρχικά εξέρχεται από τον εκτοξευτή και στη συνέχεια ενεργοποιείται ο κύριος κινητήρας του. Η μέγιστη επιχειρησιακή εμβέλειά του φτάνει τα 120 χιλιόμετρα, ανάλογα με το προφίλ πτήσης και το ύψος του στόχου, παρέχοντας πραγματική δυνατότητα αεράμυνας περιοχής.

Ο Aster 30 αναπτύσσει ταχύτητα που υπερβαίνει τα 4 Mach, γεγονός που του επιτρέπει να αντιμετωπίζει απειλές υψηλής κινητικής ενέργειας και να μειώνει δραστικά τον χρόνο αντίδρασης του αντιπάλου. Η καθοδήγησή του βασίζεται σε συνδυασμό αδρανειακού συστήματος με ενδιάμεση ενημέρωση μέσω ζεύξης δεδομένων από το πλοίο και ενεργό ραντάρ στο τελικό στάδιο προσβολής. Αυτό επιτρέπει στον πύραυλο να ανανεώνει συνεχώς τη λύση βολής και να εγκλωβίζει τον στόχο αυτόνομα στα τελευταία δευτερόλεπτα της πτήσης.

Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά τεχνικά πλεονεκτήματα του Aster 30 είναι το σύστημα ελέγχου πτήσης PIF‑PAF, το οποίο συνδυάζει αεροδυναμικά πτερύγια με πλευρικούς προωθητήρες άμεσης ώσης. Το σύστημα αυτό επιτρέπει στον πύραυλο να εκτελεί εξαιρετικά απότομους ελιγμούς με υψηλά φορτία G, καθιστώντας τον ιδιαίτερα αποτελεσματικό απέναντι σε στόχους που αλλάζουν αιφνίδια πορεία, όπως σύγχρονοι πύραυλοι cruise ή μαχητικά αεροσκάφη σε αποφυγή.

Η πολεμική κεφαλή του Aster 30 είναι εκρηκτικού κατακερματισμού και ενεργοποιείται είτε με πυροσωλήνα εγγύτητας είτε με άμεση πρόσκρουση. 

Ο συνδυασμός ταχύτητας, ακρίβειας και ευελιξίας αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα καταστροφής του στόχου με μία μόνο εκτόξευση, μειώνοντας την ανάγκη για πολλαπλές βολές σε σενάρια κορεσμού.

Σε επιχειρησιακό επίπεδο, ο Aster 30 λειτουργεί πλήρως ενσωματωμένος στο σύστημα μάχης της Belharra και στο ραντάρ Sea Fire AESA. Η φρεγάτα μπορεί να καθοδηγεί ταυτόχρονα πολλούς πυραύλους εναντίον διαφορετικών στόχων, δημιουργώντας ένα αντιαεροπορικό πλέγμα μεγάλης ακτίνας που καλύπτει τόσο ναυτικές μονάδες όσο και κρίσιμες περιοχές ενδιαφέροντος. Για το Πολεμικό Ναυτικό, η παρουσία του Aster 30 σημαίνει για πρώτη φορά πραγματική ικανότητα αεράμυνας περιοχής στη θάλασσα, με δυνατότητα αποτροπής και όχι απλώς αντίδρασης.

Ο Aster 30 δεν αποτελεί απλώς έναν πύραυλο, αλλά τον πυλώνα πάνω στον οποίο στηρίζεται ο ρόλος της Belharra ως πλωτής αντιαεροπορικής ασπίδας, μεταβάλλοντας ουσιαστικά τις ισορροπίες ισχύος στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Οι φρεγάτες Belharra (FDI) του Πολεμικού Ναυτικού φέρουν και την πλέον εξελιγμένη έκδοση του γαλλικού αντιπλοϊκού βλήματος, τον Exocet MM40 Block 3C, ο οποίος ενσωματώνει κορυφαίες τεχνολογικές αναβαθμίσεις για τη σύγχρονη ναυτική μάχη. 
Ο συγκεκριμένος πύραυλος διακρίνεται για την επιχειρησιακή του εμβέλεια που αγγίζει τα 200-250 χιλιόμετρα, επιτρέποντας την προσβολή εχθρικών στόχων από μεγάλες αποστάσεις, ενώ η προώθησή του βασίζεται σε κινητήρα turbojet που του προσδίδει υψηλή υποηχητική ταχύτητα και μεγάλη ευελιξία. 
Το κύριο χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί την έκδοση «C» (Coherent) από τις προηγούμενες είναι ο νέος ψηφιακός ερευνητής (seeker) της Thales, ο οποίος επιδεικνύει εξαιρετική αντοχή σε περιβάλλον έντονων ηλεκτρονικών παρεμβολών και αντίμετρων. Η ψηφιακή επεξεργασία του σήματος επιτρέπει στον πύραυλο να αναγνωρίζει συγκεκριμένους στόχους ανάμεσα σε άλλα πλοία ή ψευδοστόχους, βελτιώνοντας δραματικά την ακρίβεια προσβολής. Παράλληλα, διαθέτει ικανότητα προσβολής παράκτιων στόχων μέσω καθοδήγησης GPS, γεγονός που του επιτρέπει να πλήττει λιμενικές εγκαταστάσεις ή άλλες στρατηγικές υποδομές στην ξηρά. 
Ο Exocet MM40 Block 3C εκτελεί πτήση σε εξαιρετικά χαμηλό ύψος πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας (sea-skimming), καθιστώντας τον εντοπισμό του από τα εχθρικά ραντάρ εξαιρετικά δύσκολο μέχρι τα τελευταία δευτερόλεπτα πριν την πρόσκρουση. Είναι δυνατόν να οριστούν μέχρι 10 ή και περισσότερα σημεία αλλαγής πορείας κατά τη διάρκεια πτήσης του. Το συνολικό του βάρος είναι περίπου 780-825 κιλά με πολεμική κεφαλή 165 κιλών, η οποία είναι σχεδιασμένη να προκαλεί μέγιστη καταστροφή μέσω εκρηκτικών και θραυσματογόνων αποτελεσμάτων. Η διαμόρφωση της Belharra περιλαμβάνει 8 τέτοιους πυραύλους τοποθετημένους σε κεκλιμένους εκτοξευτές στο κέντρο του πλοίου, εξασφαλίζοντας ισχυρή ισχύ πυρός απέναντι σε οποιαδήποτε απειλή επιφανείας.


Ηλεκτρονικός Πόλεμος και ECM – Πόλεμος πριν τη σύγκρουση

Πέρα από τα όπλα και τα ραντάρ, η Belharra διαθέτει  SENTINEL/Electronic Warfare System, μια ολοκληρωμένη σουίτα ηλεκτρονικού πολέμου και ηλεκτρονικών αντιμέτρων, σχεδιασμένη για να αντιμετωπίζει απειλές πριν αυτές εξελιχθούν σε φυσική εμπλοκή. Τα συστήματα ηλεκτρονικής υποστήριξης εντοπίζουν και αναλύουν ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές από εχθρικά ραντάρ, συστήματα καθοδήγησης και επικοινωνίες, παρέχοντας έγκαιρη προειδοποίηση και τακτικό πλεονέκτημα.

Τα συστήματα ECM της Belharra μπορούν να παρεμβάλουν εχθρικά ραντάρ και αισθητήρες, μειώνοντας την ακρίβεια εντοπισμού και καθοδήγησης όπλων. Παράλληλα, η φρεγάτα διαθέτει εκτοξευτές παραπλανητικών μέσων, οι οποίοι δημιουργούν ψευδείς στόχους και αποσπούν πυραύλους από την πραγματική θέση του πλοίου. Ο ηλεκτρονικός πόλεμος λειτουργεί σε πλήρη συνέργεια με την αεράμυνα και τα υπόλοιπα συστήματα μάχης, αυξάνοντας δραστικά την επιβιωσιμότητα της φρεγάτας σε περιβάλλον υψηλής απειλής.

Στη σύγχρονη ναυτική σύγκρουση, όπου η μάχη συχνά κρίνεται πριν την πρώτη εκτόξευση, η Belharra είναι σχεδιασμένη να κερδίζει τον ηλεκτρονικό πόλεμο, αποδιοργανώνοντας τον αντίπαλο και επιβάλλοντας κυριαρχία στο ηλεκτρομαγνητικό φάσμα.

Συστήματα Μάχης: Το CMS SETIS

Το SETIS Combat Management System ενοποιεί όλα τα δεδομένα αισθητήρων και όπλων, παρουσιάζοντάς τα στο Κέντρο Πληροφοριών Μάχης με τρόπο που μειώνει δραστικά τον χρόνο αντίδρασης. Το σύστημα συλλέγει πληροφορίες από ραντάρ, σόναρ, ηλεκτρονικά μέσα και εξωτερικές πλατφόρμες, δημιουργώντας ένα κοινό επιχειρησιακό περιβάλλον και επιτρέποντας ταυτόχρονη παρακολούθηση εκατοντάδων (τουλάχιστον 800) στόχων σε αέρα, θάλασσα και υποβρύχιο περιβάλλον.

Η ανοιχτή αρχιτεκτονική του CMS επιτρέπει μελλοντική ενσωμάτωση νέων όπλων, αισθητήρων και αλγορίθμων τεχνητής νοημοσύνης χωρίς μεγάλες ανακατασκευές.

Ανθυποβρυχιακές Δυνατότητες


Η ανθυποβρυχιακή διάσταση της φρεγάτας Belharra αποτελεί έναν από τους λιγότερο προβεβλημένους αλλά στρατηγικά κρισιμότερους ρόλους της. Σε ένα ναυτικό περιβάλλον όπως το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος, όπου τα υποβρύχια αποτελούν βασικό εργαλείο άρνησης πρόσβασης και αιφνιδιαστικής κρούσης, η ικανότητα εντοπισμού, παρακολούθησης και εξουδετέρωσής τους καθίσταται καθοριστική. Η Belharra έχει σχεδιαστεί εξαρχής ώστε να επιχειρεί αποτελεσματικά σε αυτό το «αόρατο» πεδίο μάχης, συνδυάζοντας αισθητήρες, όπλα και δικτυοκεντρική επεξεργασία δεδομένων σε ένα ενιαίο επιχειρησιακό σύστημα.

Στη γάστρα του πλοίου ενσωματώνεται σύγχρονο σόναρ τρόπιδας Kingklip Mark II , το οποίο παρέχει τόσο ενεργή όσο και παθητική ανίχνευση. Η ενεργή λειτουργία επιτρέπει στο πλοίο να εκπέμπει ηχητικά σήματα και να εντοπίζει υποβρύχια μέσω της αντανάκλασης του κύματος, ενώ η παθητική λειτουργία συλλέγει ακουστικά ίχνη χωρίς να αποκαλύπτει τη θέση της φρεγάτας. Το σύστημα αυτό είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό σε μεσαίες αποστάσεις και σε σενάρια άμεσης προστασίας νηοπομπών, ομάδων μάχης ή κρίσιμων θαλάσσιων περιοχών.

Το πραγματικό πλεονέκτημα της Belharra στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο αποκαλύπτεται με το σόναρ μεταβλητού βάθους  CAPTAS-4 που φέρει. 

Το σύστημα αυτό σύρεται πίσω από το πλοίο και μπορεί να επιχειρεί σε διαφορετικά βάθη, ξεπερνώντας τους περιορισμούς που δημιουργούν τα θερμοκλινή στρώματα του νερού. Σε περιοχές όπως το Αιγαίο, όπου οι υδροακουστικές συνθήκες μεταβάλλονται έντονα, η δυνατότητα τοποθέτησης του σόναρ κάτω από τα στρώματα διάθλασης επιτρέπει τον εντοπισμό υποβρυχίων που διαφορετικά θα παρέμεναν αόρατα. Παράλληλα, το γεγονός ότι το σόναρ απομακρύνεται από τον θόρυβο της ίδιας της φρεγάτας αυξάνει σημαντικά την ακρίβεια και την καθαρότητα των δεδομένων.

Όλα τα ακουστικά ίχνη που συλλέγονται από τα σόναρ μεταφέρονται στο σύστημα μάχης SETIS, όπου αναλύονται σε πραγματικό χρόνο.

Εκεί δημιουργείται μια ολοκληρωμένη υποβρύχια εικόνα, με εκτίμηση θέσης, πορείας, ταχύτητας και πιθανής ταυτότητας του στόχου. Η Belharra δεν λειτουργεί απλώς ως πλατφόρμα ανίχνευσης, αλλά ως κόμβος ανθυποβρυχιακής διοίκησης, ικανός να κατευθύνει άλλες μονάδες ή να συντονίσει συνδυασμένες επιχειρήσεις.

Καθοριστικό ρόλο στο ανθυποβρυχιακό δόγμα της Belharra διαδραματίζει το οργανικό ελικόπτερο, όπως το MH‑60 Romeo.

 

Το ελικόπτερο επεκτείνει δραστικά την ακτίνα ανθυποβρυχιακής δράσης της φρεγάτας, επιτρέποντας έρευνα και εμπλοκή σε αποστάσεις δεκάδων ναυτικών μιλίων. Μέσω καταδυόμενου σόναρ, παθητικών αισθητήρων και οπλισμού, το ελικόπτερο μπορεί να εντοπίσει υποβρύχια, να τα παρακολουθήσει και να τα προσβάλει χωρίς το πλοίο να χρειαστεί να πλησιάσει επικίνδυνα. Η συνεργασία φρεγάτας και ελικοπτέρου δημιουργεί ένα πλέγμα ανθυποβρυχιακής επιτήρησης που δυσκολεύει εξαιρετικά την εχθρική υποβρύχια δράση.

Η τελική φάση της ανθυποβρυχιακής εμπλοκής πραγματοποιείται με τις τορπίλες MU90, οι οποίες θεωρούνται από τις πιο εξελιγμένες παγκοσμίως. 




Οι τορπίλες αυτές είναι σχεδιασμένες για επιχειρήσεις τόσο σε ρηχά όσο και σε βαθιά ύδατα και διαθέτουν προηγμένα συστήματα καθοδήγησης που τις καθιστούν αποτελεσματικές ακόμη και απέναντι σε σύγχρονα, αθόρυβα υποβρύχια. Η υψηλή τους ταχύτητα και η ικανότητα ελιγμών αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα επιτυχούς προσβολής, ενώ η ενσωμάτωσή τους στο σύστημα μάχης της Belharra επιτρέπει άμεση αντίδραση μόλις επιβεβαιωθεί η απειλή.

Η συνολική ανθυποβρυχιακή φιλοσοφία της Belharra βασίζεται στη δικτυοκεντρική λειτουργία. Το πλοίο δεν επιχειρεί μόνο του, αλλά ανταλλάσσει δεδομένα με άλλες φρεγάτες, υποβρύχια, αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας και κέντρα διοίκησης. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργούνται ζώνες άρνησης υποβρυχιακής πρόσβασης, στις οποίες ο αντίπαλος γνωρίζει ότι η επιβίωση και η μυστικότητα είναι εξαιρετικά δύσκολες.

Στο ελληνικό επιχειρησιακό περιβάλλον, η Belharra δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία φρεγάτα. Με τις ανθυποβρυχιακές της δυνατότητες, μετατρέπεται σε κρίσιμο εργαλείο ελέγχου θαλάσσιων περιοχών, προστασίας νησιωτικών συμπλεγμάτων και εξασφάλισης της ελευθερίας κινήσεων του Στόλου. Σε έναν πόλεμο όπου το υποβρύχιο παραμένει το πιο ύπουλο όπλο, η Belharra είναι σχεδιασμένη να το εντοπίζει, να το εγκλωβίζει και, εφόσον απαιτηθεί, να το καταστρέφει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου