Γράφει ο Γιώργος Χ
"Εμείς ΔΕΝ έχουμε δόγμα. Άλλοι είχαν. Και πρόκοψαν" απάντησε το 1994 ο Αντρέας Παπανδρέου σε εκείνη την ερώτηση του Κομμουνιστή Μπογιόπουλου στη ΔΕΘ με όλη την αίθουσα γεμάτη από δημοσιογράφους να γελάει.
Η απάντηση του επίκαιρη όσο ποτέ και όσοι ήμασταν τότε νήπια θυμόμαστε να την ακούμε μπροστά στην τηλεόραση παίζοντας με αυτοκινητάκια.
Ο αντιιμπεριαλισμός αποτέλεσε για δεκαετίες κεντρικό πυλώνα της ιδεολογίας κομμουνιστικών και αναρχικών ρευμάτων στην Ελλάδα και διεθνώς.
Στο επίκεντρο της κριτικής τους βρέθηκε (δικαίως σε πολλές περιπτώσεις) ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός: στρατιωτικές επεμβάσεις, πραξικοπήματα, πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων, οικονομική και πολιτική επιβολή.
Ωστόσο, η αξιοπιστία αυτής της κριτικής υπονομεύεται σοβαρά από μια διαχρονική και συστηματική αποσιώπηση ή υποβάθμιση άλλων ιμπεριαλισμών, κυρίως της Σοβιετικής Ένωσης στο παρελθόν και της Ρωσίας και της Κίνας στο παρόν.
Η ιστορική πραγματικότητα όμως είναι σαφής αρέσει δεν αρέσει σε κάποιους.
Η Σοβιετική Ένωση ΔΕΝ υπήρξε απλώς ένα «αμυνόμενο σοσιαλιστικό κράτος», αλλά μια υπερδύναμη με σφαίρα επιρροής, στρατιωτικές επεμβάσεις και βίαιη καταστολή λαϊκών κινημάτων όταν αυτά απειλούσαν τον έλεγχο της Μόσχας.
Η αρχική συνεργασία με τον Χίτλερ για τον διαμελισμό της Πολωνίας το 1939 μεταξύ Ναζιστική Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωση.
Η εισβολή στην Ουγγαρία το 1956 και στην Τσεχοσλοβακία το 1968 δεν ήταν πράξεις διεθνιστικής αλληλεγγύης, αλλά κλασικά παραδείγματα ιμπεριαλιστικής επιβολής. Παρ’ όλα αυτά, στον λόγο μεγάλου μέρους της κομμουνιστικής Αριστεράς, τα γεγονότα αυτά είτε δικαιολογήθηκαν είτε παρουσιάστηκαν ως «αναγκαία κακά». Πολλές φορές δε αντιδρούν έντονα στην υπενθύμιση του λόγω έλλειψης επιχειρημάτων.
Ο πόλεμος της Κορέας (1950-1953) που λίγο έλειψε να οδηγήσει τον πλανήτη σε πυρηνικό ολοκαύτωμα έγινε με υπαιτιότητα ΕΣΣΔ και Κίνας που στήριξαν την Κομμουνιστική εισβολή της Βόρειας Κορέας στη Νότια Κορέα αναγκάζοντας τις ΗΠΑ, όλο τον Δυτικό κόσμο και μια σειρά άλλων χωρών να αντισταθούν στην αλλαγή συνόρων.
Το 1979 (μέχρι το 1989) ακολούθησε η Σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν η οποία έγινε η αιτία το κράτος αυτό που μέχρι ήταν μουσουλμανικό αλλά κοσμικό να εξελιχθεί σε Ισλαμικό τρομοκρατικό και να αποτελεί πηγή προβλημάτων ως παγκόσμια πηγή Ισλαμικής τρομοκρατίας.
Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η Ρωσία συνέχισε σε παρόμοια τροχιά. Οι πόλεμοι στην Τσετσενία, η στρατιωτική επέμβαση στη Γεωργία, η προσάρτηση της Κριμαίας και η εισβολή στην Ουκρανία συνιστούν σαφείς περιπτώσεις παραβίασης της εθνικής κυριαρχίας άλλων κρατών. Παρ’ όλα αυτά, ένα σημαντικό κομμάτι της αυτοαποκαλούμενης «αντιιμπεριαλιστικής» Αριστεράς επέλεξε είτε τη σιωπή είτε τη ρητορική των «ίσων αποστάσεων», αποφεύγοντας την ξεκάθαρη καταγγελία.
Ανάλογη είναι και η στάση απέναντι στην Κίνα. Πρόκειται για ένα αυταρχικό κράτος με μονοκομματικό σύστημα, εκτεταμένη καταστολή πολιτικών δικαιωμάτων, βαριά λογοκρισία και συστηματικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παράλληλα, η κινεζική εξωτερική πολιτική ασκεί οικονομικό ιμπεριαλισμό μέσω επενδύσεων, δανείων και εξάρτησης κρατών, ιδίως στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Κι όμως, στον δημόσιο λόγο πολλών αναρχικών και κομμουνιστών, η Κίνα παρουσιάζεται συχνά ως «αντίβαρο» στη Δύση, λες και ο αυταρχισμός και η εκμετάλλευση παύουν να είναι προβληματικά όταν δεν προέρχονται από τις ΗΠΑ.
Η αντίφαση αυτή αποτυπώνεται και σε συμβολικό επίπεδο. Οι κινητοποιήσεις ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες συνοδεύονται συχνά από καύση αμερικανικών σημαιών και έντονη ρητορική. Αντίστοιχες εικόνες διαμαρτυρίας απέναντι στη ρωσική ή κινεζική κρατική πολιτική είναι εξαιρετικά σπάνιες. Όχι λόγω έλλειψης λόγων, αλλά λόγω ιδεολογικής αμηχανίας.
Το αποτέλεσμα είναι ένας επιλεκτικός αντιιμπεριαλισμός, που δεν βασίζεται σε καθολικές αρχές αλλά σε γεωπολιτικές προτιμήσεις. Ένας αντιιμπεριαλισμός που δεν υπερασπίζεται σταθερά τους λαούς, αλλά ανέχεται ή δικαιολογεί την καταπίεσή τους όταν αυτή προέρχεται από «αντιδυτικά» κέντρα ισχύος.
Αν ο ιμπεριαλισμός καταγγέλλεται μόνο όταν έχει αμερικανικό πρόσημο, τότε δεν πρόκειται για συνεπή πολιτική στάση αλλά για ιδεολογική μονομέρεια. Και αυτή η μονομέρεια είναι που εξηγεί γιατί ο λόγος μεγάλου μέρους της Αριστεράς δυσκολεύεται σήμερα να πείσει πέρα από το στενό ακροατήριό του.
Η πολιτική συνέπεια δεν κρίνεται από το ποιον αντιπαθεί κανείς, αλλά από το αν εφαρμόζει τα ίδια κριτήρια σε όλους.
Τέλος, δεν μπορεί να αγνοηθεί και μια βαθύτερη πολιτισμική στάση που διαπερνά αυτά τα ρεύματα: η τάση να αντιμετωπίζεται όποιος αμφισβητεί το κυρίαρχο αφήγημά τους ως "γραφικός", "παραπλανημένος", "τρελός", "διαταραγμένος" ή πολιτικά ανώριμος.
Η πρακτική αυτή δεν είναι ιστορικά άγνωστη.
Στη Σοβιετική Ένωση, η διαφωνία με την επίσημη ιδεολογία δεν θεωρούνταν απλώς πολιτική απόκλιση, αλλά συχνά ψυχική παθολογία, με τη γνωστή κατάχρηση της ψυχιατρικής για τον εγκλεισμό αντιφρονούντων. Χωρίς φυσικά να ταυτίζονται οι σημερινές συνθήκες, η λογική απαξίωσης κάθε αντίθετης άποψης ως «παράλογης» ή «αντικειμενικά εχθρικής» δείχνει μια ανησυχητική συνέχεια: όταν η ιδεολογία μετατρέπεται σε δόγμα, η κριτική παύει να είναι επιτρεπτή και γίνεται πρόβλημα προς εξουδετέρωση.
Το σύνθημα «θα αλλάξουμε τον κόσμο» των Αναρχικών και των Κομμουνιστών ΔΕΝ λειτουργεί πλέον ως πολιτικός στόχος, αλλά ως ένδειξη βαθιάς αποσύνδεσης από την πραγματικότητα που διαχρονικά κατηγορούν όλους τους άλλους για έλλειψη αντίληψης πραγματικότητας, έλλειψη ενσυναίσθησης κ.α.
Αποτελεί το κλασσικό αφήγημα επί δεκαετίες.
Μόνο που η πραγματικότητα φάνηκε καθαρά όταν έπεσε το τείχος στο Βερολίνο.
Όταν μια ιδέα διαψεύδεται επανειλημμένα από τα ίδια τα ιστορικά αποτελέσματα που παρήγαγε, και παρ’ όλα αυτά επαναλαμβάνεται αμετάβλητη, τότε δεν πρόκειται για όραμα αλλά για άρνηση.
Η αδυναμία αναγνώρισης της αποτυχίας ΔΕΝ οδηγεί σε αναθεώρηση, αλλά σε ιδεολογική σκλήρυνση: όποιος επισημαίνει τα δεδομένα χαρακτηρίζεται «συστημικός», «χειραγωγημένος» ή «αντικειμενικός σύμμαχος του εχθρού».
Έτσι, η πολιτική ανάλυση αντικαθίσταται από έναν κλειστό κύκλο βεβαιοτήτων, όπου η πραγματικότητα δεν εξετάζεται αλλά απορρίπτεται όταν δεν συμφωνεί με το αφήγημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου