Γράφει ο Γιώργος Χ
Το καθεστώς στη Βενεζουέλα δεν είναι ένα κομμουνιστικό καθεστώς με την κλασική, θεωρητική και ιστορική έννοια του κομμουνισμού, αλλά ένα αυταρχικό, κρατικιστικό καθεστώς λαϊκιστικού σοσιαλισμού, γνωστό ως τσαβισμός (chavismo), το οποίο απέχει ουσιαστικά τόσο από τον μαρξιστικό κομμουνισμό όσο και από τη σοσιαλδημοκρατία.
Για να γίνει σαφές, ο κομμουνισμός στη θεωρία του Μαρξ και στην πράξη των κλασικών κομμουνιστικών καθεστώτων προϋποθέτει κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, πλήρη κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας, μονοκομματικό κράτος ιδεολογικής πειθαρχίας και μια υποτιθέμενη πορεία προς αταξική κοινωνία. Η Βενεζουέλα επί Μαδούρο δεν πληρούσε αυτά τα κριτήρια στο σύνολό τους, ούτε θεσμικά ούτε λειτουργικά.
Το καθεστώς Μαδούρο ήταν υβριδικό. Υπήρχε εκτεταμένη κρατική παρέμβαση, εθνικοποιήσεις σε στρατηγικούς τομείς όπως το πετρέλαιο, ο ηλεκτρισμός και τα τρόφιμα, αλλά δεν καταργήθηκε πλήρως η ιδιωτική οικονομία. Αντιθέτως, συνυπήρχαν κρατικός τομέας, ιδιωτικές επιχειρήσεις, μαύρη αγορά και αργότερα ανεπίσημη δολαριοποίηση. Αυτό από μόνο του το διαφοροποιεί από ένα αυστηρά κομμουνιστικό σύστημα τύπου ΕΣΣΔ ή Βόρειας Κορέας.
Ιδεολογικά, ο Μαδούρο και ο Τσάβες μιλούσαν για «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα», μια ασαφή έννοια που συνδύαζε αντιαμερικανική ρητορική, λαϊκισμό, κρατισμό, επιδοματική πολιτική και προσωποπαγή εξουσία. Δεν υπήρξε ποτέ συνεκτική μαρξιστική θεωρία, ούτε σοβαρός οικονομικός σχεδιασμός με κομμουνιστική λογική. Το κράτος δεν λειτούργησε ως οργανωμένος σοσιαλιστικός μηχανισμός, αλλά ως πελατειακό σύστημα εξουσίας, όπου οι πόροι μοιράζονταν με πολιτικά κριτήρια για τη διατήρηση της εξουσίας.
Στην πράξη, η οικονομική κατάρρευση της Βενεζουέλας δεν προήλθε από «εφαρμογή κομμουνισμού», αλλά από συνδυασμό ακραίου κρατισμού, καταστροφικών ελέγχων τιμών, διαφθοράς, αποδιάρθρωσης της παραγωγής και πλήρους εξάρτησης από το πετρέλαιο. Όταν κατέρρευσαν οι τιμές του πετρελαίου και μειώθηκαν τα έσοδα, το σύστημα δεν είχε καμία αντοχή. Ο υπερπληθωρισμός προήλθε κυρίως από ανεξέλεγκτη νομισματική χρηματοδότηση του κράτους και όχι από κομμουνιστικό κεντρικό σχεδιασμό.
Πολιτικά, το καθεστώς είχε αυταρχικά χαρακτηριστικά, περιορισμό θεσμών, έλεγχο Δικαιοσύνης και Τύπου, αλλά και πάλι όχι με ιδεολογική κομμουνιστική πειθαρχία, παρά με λογική προσωπικής και στρατιωτικής επιβίωσης της εξουσίας. Ο στρατός και τα δίκτυα διαφθοράς είχαν μεγαλύτερη σημασία από το κόμμα ή την ιδεολογία, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τα κλασικά κομμουνιστικά καθεστώτα.
Συνεπώς, η Βενεζουέλα επί Μαδούρο δεν ήταν κομμουνιστικό κράτος, αλλά ένα αποτυχημένο αυταρχικό καθεστώς λαϊκιστικού κρατισμού, που χρησιμοποίησε σοσιαλιστική ρητορική για να νομιμοποιήσει την εξουσία του. Η συχνή ταύτισή του με τον κομμουνισμό γίνεται κυρίως για πολιτικούς λόγους και όχι για λόγους ακριβούς πολιτικής ανάλυσης.
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα (2013-2026), η ζωή των πολιτών επηρεάστηκε βαθιά από πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις που καθόρισαν την καθημερινότητα της χώρας σε επίπεδα που λίγες φορές έχουν παρατηρηθεί στη σύγχρονη ιστορία μιας πετρελαιοπαραγωγού χώρας. Η κατάσταση αυτή κορυφώθηκε και έγινε αντικείμενο διεθνούς προσοχής μέχρι και την ανατροπή και σύλληψη του Μαδούρο στις αρχές του 2026 από δυνάμεις των ΗΠΑ, γεγονός που συνοδεύτηκε από έντονη αβεβαιότητα και αναταραχή στη Βενεζουέλα.
Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, όμως η οικονομική εκμετάλλευση και αξιοποίηση αυτών των πόρων δεν κατάφερε να αποτρέψει την κατάρρευση της οικονομίας. Η χρόνια υποεπένδυση στις υποδομές και η κακοδιαχείριση των ενεργειακών πόρων, σε συνδυασμό με διεθνείς κυρώσεις και οικονομική απομόνωση, επιδείνωσαν τη στάση της χώρας στη διεθνή αγορά ενέργειας και έπληξαν βαθιά την παραγωγική βάση της οικονομίας.
Από οικονομική σκοπιά, η περίοδος υπό τον Μαδούρο χαρακτηρίστηκε από βαθιά ύφεση, υπερπληθωρισμό και τεράστιο δημόσιο χρέος. Ο υπερπληθωρισμός έφτασε σε εξωπραγματικά επίπεδα, με ετήσια ποσοστά που σύμφωνα με διεθνείς εκθέσεις είχαν ξεπεράσει το 130.000% στα πιο ακραία τους στάδια, καθιστώντας το εθνικό νόμισμα, το μπολιβάρ, σχεδόν άχρηστο για την καθημερινή οικονομική ζωή των πολιτών. Παρά τις προσπάθειες, όπως αυξήσεις μισθών και αλλαγές στο νόμισμα, τα μέτρα αυτά συχνά κατέληγαν σε απολύσεις και δεν αντιμετώπιζαν ριζικά το πρόβλημα. Η οικονομική κρίση συνοδεύτηκε από μεγάλες προσπάθειες αποπληρωμής χρέους και δυσχέρειες πρόσβασης σε διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, γεγονός που επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την οικονομική κατάσταση των πολιτών.
Η κατάρρευση της οικονομίας είχε άμεσες συνέπειες στην καθημερινή ζωή των Βενεζουελάνων. Ελλείψεις βασικών αγαθών, τροφίμων, φαρμάκων, ακόμα και νερού και ηλεκτρικής ενέργειας έγιναν συχνό φαινόμενο. Οι άνθρωποι συνωστίζονταν σε ουρές για να αγοράσουν τα πιο στοιχειώδη είδη διαβίωσης, ενώ πολλοί αναγκάστηκαν να ζουν με ελάχιστους πόρους και να εξαρτώνται από informal (μαύρη αγορά) συναλλαγές για να επιβιώσουν. Οι ελλείψεις στα δημόσια νοσοκομεία και η επανεμφάνιση ασθενειών που θεωρούνταν υπό έλεγχο πρόσθεσαν μια νέα διάσταση στη δυσκολία της ζωής.
Η κοινωνική κατάσταση στη χώρα ήταν εξίσου τραγική. Η φτώχεια αυξήθηκε δραματικά: σύμφωνα με εκτιμήσεις, πάνω από το 50% του πληθυσμού ζούσε σε συνθήκες φτώχειας και πάνω από το μισό ως εξαιρετικά φτωχό στα μέσα της δεκαετίας του 2020. Η ανεργία και η υποαπασχόληση ήταν διαδεδομένες, ενώ πολλοί αναγκάστηκαν να εργαστούν σε άτυπες ή φτωχά αμειβόμενες θέσεις.
Μια από τις πιο τρανταχτές συνέπειες της κρίσης ήταν η μαζική μετανάστευση των Βενεζουελάνων στο εξωτερικό. Πλήθος πολιτών, εκτιμώμενο σε περισσότερα από επτά εκατομμύρια, εγκατέλειψαν τη χώρα αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής σε γειτονικές χώρες όπως Κολομβία, Περού, Χιλή αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Η μαζική αυτή έξοδος δημιούργησε μία από τις πιο σημαντικές μεταναστευτικές κρίσεις στη Λατινική Αμερική τον 21ο αιώνα, επιδεινώνοντας συγχρόνως τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα τόσο στη Βενεζουέλα όσο και στις χώρες υποδοχής.
Πολιτικά, το καθεστώς Μαδούρο χαρακτηρίστηκε από αυταρχισμό και περιορισμό της δημοκρατικής λειτουργίας. Η κυβέρνηση κατηγόρησε συχνά την αντιπολίτευση για απόπειρες καταστροφής της χώρας, ενώ υπήρξαν εκτεταμένες καταγγελίες για περιορισμό της ελευθερίας του Τύπου, διώξεις πολιτικών αντιπάλων και καταστολή διαδηλώσεων. Σε πολλές περιπτώσεις, οι εκλογικές διαδικασίες κρίθηκαν αμφιλεγόμενες από διεθνείς παρατηρητές, και η αντιπολίτευση κατηγόρησε την κυβέρνηση για αλλοίωση αποτελεσμάτων και θεσμικές παρεμβάσεις.
Η συγκρουσιακή αυτή πολιτική κατάσταση προκάλεσε εσωτερικές εντάσεις, βίαιες συγκρούσεις στους δρόμους και ευρείες διαδηλώσεις, πολλές από τις οποίες καταστάλθηκαν με δριμύτητα από τις δυνάμεις ασφαλείας. Η επιδείνωση της πολιτικής πόλωσης δημιούργησε ένα κλίμα φόβου και αβεβαιότητας, με εκατοντάδες ανθρώπους να συλλαμβάνονται ή να τραυματίζονται σε συγκρούσεις με τις αρχές.
Η κατάσταση αυτή κορυφώθηκε με τα γεγονότα των αρχών του 2026, όταν ο Μαδούρο απέτυχε να εγκαταλείψει την εξουσία παρά τη διεθνή πίεση και τελικά συνελήφθη, γεγονός που άνοιξε μια νέα σελίδα με έντονη πολιτική και κοινωνική αβεβαιότητα για τη χώρα. Η διεθνής κοινότητα και δυνάμεις της αντιπολίτευσης επιχείρησαν να προωθήσουν μια μετάβαση σε δημοκρατικότερο πλαίσιο, αλλά η χώρα παρέμεινε σε κατάσταση κρίσης και πολιτικής ρευστότητας.
Συνολικά, η ζωή στη Βενεζουέλα επί Μαδούρο χαρακτηρίστηκε από βαθιά ανθρωπιστική κρίση, σημαντική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου, μαζική αποψίλωση του εργατικού δυναμικού, και θεσμική κρίση που δοκίμασε τις αντοχές της κοινωνίας. Οι πολίτες βίωσαν για χρόνια μια καθημερινότητα με ελλείψεις βασικών αγαθών, σοβαρό οικονομικό πόνο και συνεχή πολιτική ανασφάλεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου